Στη σύλληψη ενός 40χρονου, ο οποίος κατηγορείται για σειρά κλοπών και φθορών στο κοιμητήριο των Γλυκών Νερών, προχώρησαν αστυνομικοί έπειτα από επιχείρηση στην περιοχή.
Ο άνδρας φέρεται να αφαιρούσε συστηματικά μεταλλικά και εκκλησιαστικά αντικείμενα από μνήματα, προκαλώντας ζημιές στους τάφους και έντονη αναστάτωση στις οικογένειες των εκλιπόντων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αστυνομικής έρευνας, η καταγγελλόμενη δράση του είχε αρχίσει από τις αρχές του έτους. Μεταξύ των αντικειμένων που φέρεται να αφαιρούσε περιλαμβάνονται καντήλια, κορνίζες, θυμιατά και μεταλλικοί κρίκοι.
Καταγράφηκε από κάμερα ασφαλείας
Καθοριστικό ρόλο στον εντοπισμό του φέρεται να διαδραμάτισε υλικό από κάμερα ασφαλείας, στο οποίο είχε καταγραφεί άτομο να κινείται στον χώρο του κοιμητηρίου και να αφαιρεί αντικείμενα από τάφους.
Μετά την αξιοποίηση του βίντεο, αστυνομικοί πραγματοποίησαν στοχευμένη επιχείρηση γύρω από το νεκροταφείο. Ο 40χρονος εντοπίστηκε την ώρα που επιχειρούσε να περάσει από τον εξωτερικό τοίχο του χώρου και ακινητοποιήθηκε.
Κατά τον έλεγχο βρέθηκε στην κατοχή του ένας σάκος, ο οποίος, σύμφωνα με τις πληροφορίες, περιείχε αντικείμενα που είχαν αφαιρεθεί από μνήματα, καθώς και εργαλεία κατάλληλα για την αποκόλληση μεταλλικών στοιχείων.
Τα ευρήματα κατασχέθηκαν και εξετάζονται, προκειμένου να διαπιστωθεί από ποιους τάφους προέρχονται και να αποδοθούν, όπου αυτό είναι δυνατό, στους συγγενείς των εκλιπόντων.
Μαρτυρίες για εκτεταμένες φθορές
Ιδιοκτήτης καταστήματος εκκλησιαστικών ειδών έξω από το κοιμητήριο ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος φαινόταν να δρα μόνος. Περιγράφοντας τις ζημιές, σημείωσε ότι αφαιρούνταν ακόμη και στερεωμένα αντικείμενα, όπως κορνίζες, καντήλια και μεταλλικοί κρίκοι από τις πλάκες των τάφων.
Η υπόθεση έχει προκαλέσει την έντονη αντίδραση κατοίκων και συγγενών, οι οποίοι ζητούν αυξημένη φύλαξη του κοιμητηρίου και πλήρη διερεύνηση όλων των ανάλογων περιστατικών που έχουν καταγραφεί το προηγούμενο διάστημα.
Η προανάκριση συνεχίζεται, ώστε να εξακριβωθεί εάν ο 40χρονος συνδέεται με το σύνολο των καταγγελιών και εάν υπήρχαν άλλα άτομα που συμμετείχαν στη διάθεση ή μεταπώληση των κλοπιμαίων.


