Μετά από 2,5 χρόνια εντατικών εργασιών συντήρησης, το Μουσείο Ζυγομαλά στον Αυλώνα του Δήμου Ωρωπού άνοιξε και πάλι τις πύλες του στο κοινό, πλήρως ανακαινισμένο και αποκατεστημένο από τα εξειδικευμένα συνεργεία του Υπουργείο Πολιτισμού.
Ο Δήμαρχος Ωρωπού Γιώργος Γιασημάκης ξεναγήθηκε στους χώρους του ανακαινισμένου μουσείου, το οποίο φιλοξενεί ανεκτίμητους πολιτιστικούς θησαυρούς και αποτελεί ζωντανό μνημείο της τοπικής ιστορίας και λαϊκής τέχνης.
Το μουσείο στεγάζεται στο ιστορικό σπίτι της οικογένειας Ζυγομαλά. Η έπαυλη με εμφανή λιθοδομή, τη στοά στο ισόγειο και τη λειτουργική κάτοψη μέσα σε κατάφυτο κτήμα κατασκευάστηκε σε σχέδια του σπουδαίου αρχιτέκτονα Νικολάου Ζουμπουλίδη. Το 1935 προστέθηκε ένα επιπλέον τμήμα που δύο χρόνια αργότερα στέγασε την έκθεση της.
Η Λουκία Ζυγομαλά (1863-1947) εγκαταστάθηκε μόνιμα στον Αυλώνα το 1930, μετά τον θάνατο του συζύγου της, νομικού, διπλωμάτη και πολιτικού Αντώνη Ζυγομαλά (1854–1930), που συνέβαλε τα μέγιστα στη δεκαετία του 1880 στην επίλυση του μεγάλου τότε αγροτικού προβλήματος των ακτημόνων της βόρειας Αττικής με την απόκτηση κλήρων από το τεράστιο τσιφλίκι που διατηρούσε εκεί ο Ανδρέας Συγγρός. Το γεγονός αυτό τον κατέστησε επάξια μεγάλο ευεργέτη όλων των αγροτών και των κτηνοτρόφων της ευρύτερης περιοχής.
Η απώλεια που σημάδεψε τη Λουκία και τον Αντώνη Ζυγομαλά ήταν ο θάνατος του μονογιού τους, Ανδρέα Ζυγομαλά, το 1914 στη Νιβίτσα της Βορείου Ηπείρου, όπου υπηρετούσε έφεδρος ανθυπολοχαγός και πολέμησε στους Βαλκανικούς Αγώνες.
Κεντρική μορφή υπήρξε η Λουκία Ζυγομαλά, η οποία μετά τον θάνατο του συζύγου της εγκαταστάθηκε στον Αυλώνα και άφησε πίσω της ένα τεράστιο πολιτιστικό αποτύπωμα μέσω της θρυλικής σχολής κεντητικής που ανέδειξε τον Αυλώνα σε όλη την Ευρώπη, αποσπώντας διεθνή βραβεία ακόμη και στο Παρίσι.
Η σχολή κεντητικής «Αττική, Ελληνικά Χωρικά Κεντήματα» αριθμούσε περίπου 1.500 κεντήστρες, προερχόμενες από πολλές σχολές όχι μόνο από τον Αυλώνα (Σάλεσι) αλλά και από όλα τα αρβανιτοχώρια της Αττικής (Βαρνάβα, Μαραθώνας, Μενίδι, Λιόσια, Παιανία (Λιόπεσι), Κορωπί, Μαρκόπουλο, Καλύβια μέχρι και την Κερατέα). Η καλύτερη κεντήστρια του χωριού ορίζεται διευθύντρια της κάθε σχολής. Οι εκλεκτές δημιουργίες διακινούνταν μέσω πρατηρίου στην οδό Βουλής 7 στην καρδιά της Αθήνας και κοσμούσαν τα σαλόνια αστικών και βασιλικών οικογενειών σε όλη την Ευρώπη. Το 1936 οι σχολές έκλεισαν και το υλικό το συγκεντρώνει και το εκθέτει η Λουκία Ζυγομαλά σε προθήκη του σπιτιού της στον Αυλώνα.
Ο Δήμαρχος Ωρωπού δήλωσε ότι είναι συγκινημένος και εντυπωσιασμένος από την εξαιρετική δουλειά που έκανε το επιστημονικό προσωπικό του Υπουργείου Πολιτισμού.
Τόνισε ότι οι θησαυροί του Μουσείου Ζυγομαλά διασώθηκαν, καταγράφηκαν και αναδείχτηκαν και παραδίδονται σε όλους τους Έλληνες. Εξέφρασε την περηφάνια του για την ύπαρξη του μουσείου στον τόπο και κάλεσε όλους τους Έλληνες να το επισκεφθούν, χαρακτηρίζοντάς το ζωντανή ιστορία του τόπου και ειδικά του Αυλώνα. Ευχαρίστησε το Υπουργείο Πολιτισμού, το επιστημονικό προσωπικό και τις Αυλωνίτισσες και τους Αυλωνίτες που αγκάλιασαν αυτή την προσπάθεια.
Ο Δήμαρχος Ωρωπού ξεναγήθηκε στους χώρους του Μουσείου από τη Διευθύντρια Μουσείου Νεότερου Πολιτισμού του Υπουργείου Πολιτισμού, αρχαιολόγο–ιστορικό Έλενα Μελίδη, την επιμελήτρια ΜΝΕΠ Τμήμα Συλλογών Ερευνας και Τεκμηρίωσης Λαϊκής Τέχνης Νίκη Δάφνη και την Επιμελήτρια ΜΝΕΠ, Τμήμα Εκθέσεων, Επικοινωνίας και Εκπαίδευσης Ευγενία Δάφνη.
Η Έλενα Μελίδη ανέφερε ότι όλα τα αντικείμενα καταγράφηκαν, απεντομώθηκαν, συντηρήθηκαν, αποκαταστάθηκαν και επέστρεψαν στη θέση τους, ενώ υπάρχουν και αντικείμενα που έχουν φυλαχθεί και συντηρούνται. Τόνισε ότι πρόκειται για έναν θησαυρό που οι Αυλωνίτες πρέπει να διαφυλάξουν ως κόρη οφθαλμού και αξίζει να τον επισκεφθούν όλοι οι Έλληνες.
Στη συνέχεια η κα Μελίδη ευχαρίστησε την Υπουργό Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη, καθώς και τον Δήμαρχο Ωρωπού Γιώργο Γιασημάκη, εξάροντας τη διορατικότητα και τη συνεργασία τους για τη σωτηρία και την ανάδειξη του μουσείου.
Η Νίκη Δάφνη τόνισε πως πρόκειται για ένα από τα πιο παλιά μουσεία της Ελλάδας και ευχαρίστησε επίσης τον Αντιδήμαρχο Αυλώνα Άγγελο Καλύβα για τη συμβολή του στις εργασίες, αλλά και τις γυναίκες του Αυλώνα, οι οποίες από την πρώτη στιγμή στάθηκαν αρωγοί στο έργο, δείχνοντας έμπρακτο ενδιαφέρον για τη διάδοση της κεντητικής παράδοσης.
Όπως τόνισαν η Νίκη Δάφνη και η Ευγενία Δάφνη, επόμενος μεγάλος στόχος είναι η αναβίωση της σχολής κεντητικής, ώστε η πολύτιμη αυτή τέχνη να περάσει ξανά στις νεότερες γενιές.
Από τις πρώτες ημέρες λειτουργίας, σχολεία αλλά και οικογένειες έχουν επισκεφθεί το μουσείο. Σε όλους τους επισκέπτες δίνεται υλικό με την ιστορία και αναφορές στα εκθέματα, καθώς επίσης και ενημέρωση για τη δημιουργία βοηθητικών κοινόχρηστων χώρων για την επιμελητεία του μουσείου και κοινόχρηστων χώρων για τους επισκέπτες.
Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στα εκθέματα κατέχουν πρωτότυπες πρακτικές για τα διάφορα είδη της κεντητικής τέχνης που διασώζουν σπάνιες βυζαντινές, σαρακατσάνικες, βλάχικες, ποντιακές και μικρασιατικές τεχνικές, χειροποίητα υφαντά, χαλιά, σαλόνια, παραδοσιακές στολές, κουρτίνες, καλύμματα, μαξιλάρια, που έχουν φτιαχτεί από τη σχολή κεντητικής Ζυγομαλά, προσωπικά αντικείμενα της οικογένειας, το γραφείο του Αντώνη Ζυγομαλά, παράσημα, όπλα και στολές του Ανδρέα Ζυγομαλά, καθώς και η κρεβατοκάμαρα της Λουκίας Ζυγομαλά με προσωπικά της είδη.
Μεταξύ των εκθεμάτων ξεχωρίζει η τουρκική σημαία που πήρε ως λάφυρο ο Ανδρέας Ζυγομαλάς (Αθήνα 1890 – Νιβίτσα Βορείου Ηπείρου, 30 Ιουλίου 1914) κατά τη διάρκεια της νικηφόρας μάχης του Μπιζανίου, προσδίδοντας στο μουσείο έντονη ιστορική και εθνική διάσταση.
Το Μουσείο Ζυγομαλά επιστρέφει πλέον ως σημείο αναφοράς για τον πολιτισμό, την ιστορία και τη λαϊκή τέχνη της Αττικής, ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο ζωής και δημιουργίας για τον Αυλώνα και τον Δήμο Ωρωπού.


